Η Μπουμπού
Ντρρρρρρριιιιιιιιιννννννννν…
Ήταν το ξυπνητύρι.Έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να πάει στη δουλειά. Είχε κοιμηθεί 2 ώρες μόνο. Δεν τον έννοιαζε όμως, του ήταν αρκετές. Έτσι ζούσε καθημερινά, το είχε συνηθήσει πλέον. Κοιμόταν 3 φορές τη μέρα από ένα 2ώρο. Τόσο χρείαζονταν για να ξεκουραστεί πριν πάει στη δουλειά. Πλένεται, χέζει, τρώει μία μπανάνα και πάει να την δει, να την χαιρετήσει. Δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να την αγγίξει λίγο. Ανοίγει τη πόρτα της και την πηγαίνει προς το μέρος της με αργά βήματα. Φτάνει κοντά της, ήταν ήρεμη, δεν ακουγόταν καθόλου. Άρχισε να την χαιδεύει αργά, από πάνω μέχρι κάτω. Δεν ήθελε να φύγει, ήθελε να μείνει δίπλα της, μύριζε υπέροχα. Η μυρωδιά της είχε μείνει από το χθεσινό της πλύσιμο. Πάντα την έπλενε αυτός. Πλέον έφτασε η ώρα που έπρεπε να φύγει, ήξερε ότι όση κούραση και αν περνούσε αυτά τα χρόνια, άξιζαν για αυτά τα λεπτά που θα ήταν μαζί.
Ο Μήτσος έκανε 3 δουλιές. Δεν γινόταν αλλιώς, ήθελε να της κάνει όλα τα χατήρια. Το είχε πάρει απόφαση, η Μπουμπού του ήταν η όλη του ζωή. Θα έκανε τα πάντα για αυτή.
Είχαν περάσει πολλά μαζί. Ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές. Παλαιότερα ήταν περισσότερο χρόνο μαζί, βόλτες, ταξίδια, πολλά χιλιόμετρα, πολλά. Τότε οι συνθήκες ήταν πιο καλές, υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία. Με τα χρόνια τα πράγματα άλλαζαν. Οι δυσκολίες γινόταν ολό ένα και περισσότερες. Δεν το έννοιαζε όμως, αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες, τις προηγούμενες του. Είχε κάτι το διαφορετικό.
Πάντα έλεγε ότι όσες λακούβες και αν βρούν στο δρόμο, δεν θα τους βγάλει από την πορεία τους. Τα έλεγε αυτά επειδή ήξερε ότι η σχέση τους ήταν δυνατή. Ήταν δυνατή γιατί υπήρχε χημεία. Πίστευε ότι τίποτα δεν θα τους χώριζε ακόμα και στο θάνατο.
Νόμιζε ότι κανένας άλλος δεν έκανε τόσες θυσίες. Νόμιζε ότι ήταν η εξαίρεση. Ήταν πολλοί όμως και ζούσαν ανάμεσα του. Άργησε να το πιστέψει ότι υπάρχουν και άλλοι. Να πιστέψει ότι ο καθένας τους είχε και την Μπουμπού του.
Πλέον είχε πειστεί. Όλοι είχαν και από μία. Υπήρχαν φορές που ζήλευε την Μπουμπού κάποιου άλλου. Αλλά μέσα του ήξερε ότι η δικιά του είναι η ομορφότερη…
Σε λίγες μέρες είχαν επέτειο. Κλείνανε 4 χρόνια μαζί. Ήθελε να της κάνει ένα δώρο. Όχι όμως ένα απλό δώρο. Ήθελε να την εντυπωσιάσει. Είχε μαζέψει πολλά λεφτά γι αυτό το σκοπό. Στερούνταν πολλά και έκανε πολλές οικονομίες. Έψαχνε καιρό για να βρει αυτό που θέλει, γύρισε πολλά μαγαζιά. Μια μέρα όπως πήγαινε προς το σπίτι το βρήκε. Ήταν χαρούμενος , ήξερε ότι θα της αρέσει πολύ…
Της έβαλε 17άρες Ζάντες.